επιστήθιος

επιστήθιος
επιστήθιος , -α, -ο
1) нагрудный:

επιστήθιος σταυρός — нагрудный крест;

2) близкий, сердечный, задушевный:

επιστήθιος φίλος — близкий друг

Этим.
< επι- + -στήθιος < στήθος «на груди»

Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко). 2013.

Смотреть что такое "επιστήθιος" в других словарях:

  • επιστήθιος — α, ο (AM ἐπιστήθιος, ον) [στήθος] εγκάρδιος, φιλικός («επιστήθιος φίλος») μσν. νεοελλ. αυτός που κρέμεται ή φοριέται στο στήθος («επιστήθιος σταυρός») …   Dictionary of Greek

  • επιστήθιος — α, ο 1. που φοριέται ή κρατιέται στο στήθος: Επιστήθιος σταυρός. 2. μτφ., εγκάρδιος, πολύ αγαπητός: Επιστήθιος φίλος. 3. το ουδ. ως ουσ., επιστήθιο είδος παλιότερης αντρικής ενδυμασίας, το μπροστήθι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Johannes, S. (173) — 173S. Johannes Apost. et Evang. (27. Dec., 6. Mai). Der hl. Apostel und Evangelist Johannes, der Lieblingsjünger des Herrn, bei den Griechen ὁ Θεολόγος d.i. der von Gott Redende, der Gottesgelehrte etc. genannt, war bekanntlich der jüngere Bruder …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • напьрсьникъ — НАПЬРСЬНИК|Ъ (4*), А с. Наперсник, любимец: пьрсѧнинъ кюръ створи напьрсьника собе. ѿвѣты дающа. ПрЛ XIII, 94г; | об Иоанне Богослове: и тъ х(с)въ наперьсни(к) iѡанъ. КР 1284, 263г; Iѡанъ, наперстьникъ [так!] Х(с)въ (ὁ ἐπιστήϑιος) ГА XIII–XIV,… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • -ιος — ια, ιο(ν) η κατάλ. ιος (μαζί με τις επαυξημένες μορφές της) είναι μία από τις παραγωγικότερες τής ελλ. γλώσσας καθ όλη τη διάρκεια τής ιστορίας της. Συγκεκριμένα, μαρτυρούνται συνολικά 2.996 λέξεις σε ιος, εκ τών οποίων 295 είναι κοινές, 2.261… …   Dictionary of Greek

  • επιστέρνιος — ἐπιστέρνιος, ον (Μ) [στέρνον] επιστήθιος …   Dictionary of Greek

  • επιστηθίδιος — ἐπιστηθίδιος, ον (Α) ο επιστήθιος …   Dictionary of Greek

  • επιστηθίζομαι — ἐπιστηθίζομαι (Α) [επιστήθιος] ακουμπώ το στήθος μου κάπου …   Dictionary of Greek

  • μεγάλος — η, ο και μέγας, μεγάλη, μέγα (ΑM μέγας, μεγάλη, μέγα, Μ και μεγάλος, η, ο[ν], ουδ. και μέγαν) 1. αυτός που υπερβαίνει τον μέσο όρο, αυτός τού οποίου οι διαστάσεις ξεπερνούν τις συνήθεις (α. «μεγάλη ζωή» β. «μεγάλος χώρος» γ. «μεγάλη δόξα» δ.… …   Dictionary of Greek

  • ολόστερνος — ὁλόστερνος, ον (Μ) επιστήθιος, αγαπητός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁλ(ο) * + στέρνον] …   Dictionary of Greek

  • περιστήθιο — το / περιστήθιος, ον, ΝΑ νεοελλ. 1. ένδυμα που φορούν οι γυναίκες εσωτερικά και περιβάλλει το στήθος τους, στηθόδεσμος, κν. σουτιέν 2. (σχετικά με ιπποσκευή) το προστερνίδιο, η μπροστινέλα αρχ. 1. ως επίθ. αυτός που τοποθετείται γύρω από το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»